Σιατιστα

 
ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ ΣΙΑΤΙΣΤΑΣ

________________________________________
 
Πληθυσμός: 6.547 κάτοικοι (Απογραφή 2001)

Δημοτικό Διαμέρισμα Σιάτιστας   5.642

Δημοτικό Διαμέρισμα Μικροκάστρου  501

Μικρόκαστρο 479

Ιερά Μονή Κοιμήσεως Θεοτόκου Μικροκάστρου  22
 
Δημοτικό Διαμέρισμα Παλαιοκάστρου 404

Παλαιόκαστρο 323

Δαφνερό 81 
 
________________________________________
 

Σιάτιστα


Η Σιάτιστα είναι πόλη του νομού Κοζάνης. Βρίσκεται νοτιοδυτικά και σε απόσταση 28 χιλιομέτρων από την πόλη της Κοζάνης, είναι πρωτεύουσα της επαρχίας Βοΐου και έχει σήμερα (απογραφή 2001) 5.642 κατοίκους. Ως καποδιστριακός Δήμος με τα δημοτικά διαμερίσματα Μικροκάστρου,Παλαιοκάστρου 6.547 κατοίκους.

Είναι χτισμένη αμφιθεατρικά, σε υψόμετρο από 942 έως 872 μέτρων, στο βουνό Βέλια, που αποτελεί προέκταση της οροσειράς του Σινιάτσικου ή Ασκίου όρους. Γύρω της ορθώνονται γυμνές και ξηρές κορυφές, όπως ο Γρίβας Μπαλαμπάνης, Σβέρντσο, Καστράκι (Γκραντίσστ) και Νότια η Τσερβένα, που πίσω της προβάλλει η χιονοσκέπαστη κορυφή του όρους Βούρινου (Μπούρινος 1866 μ).Ο ποταμός Αλιάκμονας βρίσκεται δυτικά και σε απόσταση περίπου5χιλιομέτρων.Ενώ σε από-σταση τρεισήμισι χιλιομέτρων η Εγνατία οδός σμίκρυνε τις αποστάσεις και έκανε εύκολη την επικοινωνία με όλες τις γύρω περιοχές.(π.χ. Θεσσαλονίκη 1ώρα και 15΄).

Δύο ακόμη δρόμοι οδηγούν στη Σιάτιστα. Ο ένας περνάει μέσα από τη στενή κοιλά-δα, που ονομάζεται Μπουγάζι (εθνική οδός Κοζάνης - Ιωαννίνων) και ο άλλος από τη βόρεια πλευρά ανάμεσα από τα όρη Σβέρντσο και Βέλλια (επαρχιακή οδός Εράτυ-ρας – Σιάτιστας – Νεάπολης).

Γύρω από τη Σιάτιστα βρίσκονται πολλά χωριά, όπως το Παλαιόκαστρο (δημοτικό διαμέρισμα του Δήμου Σιάτιστας μαζί με το Δαφνερό) Νότια, η Γαλατινή, η Εράτυ-ρα, ο Πελεκάνος και το Δρυόβουνο (Βόρεια), το Καλονέρι, το Μικρόκαστρο(δημοτι-κό διαμέρισμα Δήμου Σιάτιστας),Ανατολικά ,η Νεάπολη το Τσοτύλι και ο Πεντάλο-φος (Βορειοανατολικά).

Το κλίμα της Σιάτιστας είναι μεσογειακό, υγιεινό και ξηρό, γιατί το έδαφος έχει αρκετή κλίση που επιτρέπει τα νερά της βροχής να στραγγίζουν (ασβεστολιθικά πετρώματα). Ο αέρας είναι καθαρός και η ομίχλη σπάνια, γιατί πνέουν ισχυρά ρεύματα αέρα καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους. Η μέση θερμοκρασία είναι 12-14°C , το καλοκαίρι κυμαίνεται μεταξύ 22-30°C, ενώ το χειμώνα το θερμόμετρο δείχνει πολλές φορές και κάτω από το μηδέν.
Το έδαφός της είναι αργιλοασβεστώδες και αργιλοαμμώδες που ευνοεί την ανάπτυξη των αμπελιών αλλά οι υπόλοιπες γεωργικές καλλιέργειες είναι μικρών αποδόσεων. 

Ιστορία


Η Σιάτιστα είναι νεότερη κωμόπολη και για τον πρώτο οικισμό της δεν υπάρχει κανένα γραπτό στοιχείο που να αναφέρεται στην κτίση του. Από την παράδοση μόνο γνωρίζουμε ότι την περιοχή κάλυπταν απέραντα δάση, άρα ήταν περιοχή πλούσια σε βλάστηση που δεν ήταν δυνατό να μείνει ανεκμετάλλευτη από τους βοσκούς της εποχής εκείνης που θεωρούνται και πρώτοι κάτοικοί της. Έτσι κοντά στις πηγές Τσιποτούρα, Βρέτος και Ψαρά όπου σώζονται ίχνη οικισμών ,έφτιαξαν οι βοσκοί καλύβες που τις ονόμασαν “Καλύβια”, ονομασία που δηλώνει αγροτοκτηνοτροφι-κούς οικισμούς.

Ο Δημήτριος Κανατσούλης αναφέρει ότι στη θέση που είναι σήμερα κτισμένη η Σιάτιστα, προϋπήρξε ένας αρχαίος οικισμός, ίσως ελιμειωτικός και ιδρύθηκε μετά την εγκατάσταση των Ελιμειωτών στην κοιλάδα του ποταμού Αλιάκμονα στο μεταίχμιο της Ελιμείας και Ορεστίδας και μάλιστα πάνω σε μια ορεινή διάβαση που συνέδεε τις δύο περιοχές. Στο συμπέρασμα αυτό οδηγείται από την ανακάλυψη δύο αρχαίων τάφων, ενός στη Γεράνεια και ενός στη Χώρα. Ο δεύτερος περιείχε απολιθωμένους σχεδόν σκελετούς, που ο ένας μάλλον ανήκε σε γυναίκα, κρίνοντας από τα κτερίσμα-τα που βρέθηκαν (ένα περιδέραιο και δύο αγγεία). Δεν ξέρουμε αν αυτού του οικι-σμού αποτελεί συνέχεια η σημερινή πόλη.


Η κτίση της Σιάτιστας έγινε πιθανόν το 15ο αιώνα, μάλλον μετά την τουρκική κατάκτηση( 1453) και κάτω από περιστάσεις που τις επέβαλλε η ανάγκη και ο φόβος. Στα χρόνια του Σουλτάν Μουράτ του Α΄ οι Τούρκοι Κονιάροι (από την περιοχή του Ικονίου) κυρίευσαν όλη σχεδόν τη Μακεδονία και εγκαταστάθηκαν στη Θεσσαλία και τη ΝΔ. Μακεδονία, όπου κατέλαβαν τη γόνιμη και εύφορη πεδιάδα των Καρα-γιαννίων (Ξηρολίμνης) και έτσι πολλοί χριστιανοί αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις περιοχές αυτές και να σκαρφαλώσουν στα βραχώδη υψώματα της Σιάτιστας, μέρος οχυρό, ασφαλές και απόκρυφο για να διαφυλάξουν με κάθε θυσία την πίστη τους, την εθνική τους ταυτότητα και την ελευθερία της συνείδησής τους. Οι κάτοικοι αυτοί εγκαταστάθηκαν αρχικά στην κάτω συνοικία που ονομάζεται μέχρι σήμερα Γεράνεια.
Αλλά και κάτοικοι των γύρω χωριών, όπως το Τσιαρούσινο (Μικρόκαστρο), η Τραπεζίτσα, η Πέλκα (Πελεκάνος), το Παλιόκαστρο, το Έξαρχο, η Σαρακίνα, η Γιάνκοβη, η Παλιόχωρα, Τσερβένα, το Πέτροβο κ.ά., μη μπορώντας να αντέξουν τις λεηλασίες και το βίαιο εξισλαμισμό των Κονιάρων και αργότερα των Τουρκαλβανών, κατέφυγαν στα κρησφύγετα της Σιάτιστας, δημιουργώντας το δεύτερο συνοικία, τη Χώρα, που όπως φαίνεται και από το όνομά της ήταν εγκατεστημένες οι αρχές της κωμόπολης.

Αρχαιότερη συνοικία θεωρείται η Γεράνεια, αν κρίνουμε από τον τρόπο που μιλιέται το τοπικό ιδίωμα, το οποίο είναι λιγότερο επηρεασμένο από την κοινή νεοελληνική. Εξάλλου στο συμπέρασμα αυτό μας οδηγεί και η ύπαρξη της αρχαιότερης σωζόμενης εκκλησίας, της Αγίας Παρασκευής (1677).

Μεταξύ των δύο συνοικιών υπήρχε πάντα κάποια αντιπαλότητα η οποία οδηγούσε και σε συρράξεις πετροπολεμικές. Σήμερα οι δύο συνοικίες έχουν ενωθεί, αποτελών-τας την ενιαία ωραία παραδοσιακή πόλη της Σιάτιστας,(Διατηρητέος οικισμός).

Αργότερα, μετά τις καταδιώξεις των Αλβανών το 1612 η Σιάτιστα δέχτηκε και πάλι μετανάστες ιδιαίτερα από την Ήπειρο και τη Θεσσαλία αλλά και από τη Μοσχόπολη, το Σούλι, τη Δάρδα, τη Λάγγα, το Μοριά και αλλού.
Ο πληθυσμός της ήταν αμιγώς ελληνικός και σε σύντομο χρονικό διάστημα, όπως παρατηρεί ο Πουκεβίλ, αφομοιώθηκαν πολλές οικογένειες βλάχων, εκτός από τις τουρκικές αρχές που είχαν την έδρα τους στην πόλη,απ όλους τους κατοίκους ομι-λούνταν πάντα τα ελληνικά, με τη χαρακτηριστική προφορά της ντοπιολαλιάς, και καθ’ όλη τη διάρκεια της ιστορίας της η Σιάτιστα φαίνεται ότι κατείχε αρκετά οικονομικά προνόμια.

Ετυμολογία ονόματος


Για την ετυμολογία της λέξης "Σιάτιστα" έγιναν και εξακολουθούν να γίνονται πολλές συζητήσεις. 

Το όνομα της πόλης ετυμολογείται:

  •       από το βλάχικο Siat ή το λατινικό Sitis = δίψα (εξαιτίας της έλλειψης νερού παλιότερα στην πόλη).
  •       από το σλαβικό Setsiam = χωρίζω, κόβω, διαιρώ και της τοπικής κατάληξης –ιστα = Σέτσιστα = πόλη χωρισμένη σε δύο συνοικίες.( τη Γεράνεια και τη Xώρα ).
  •       από το τουρκικό Set = οχυρό (από τη θέση – φρούριο) της πόλης.
  •       Πάντως για την ακριβή ετυμολογία της λέξης πρέπει να ληφθεί υπόψιν η προφορά του ονόματος της Σιάτιστας από τους ίδιους τους Σιατιστι-νούς .Σσιάτστα, δύο συλλαβές με πολύ βαριά προφορά.


Το όνομα "Φλωροχώρι" που αποδίδεται στη Σιάτιστα ήταν επωνυμία χαρακτηριστική του πλούτου που αποκόμισε από το εμπόριο ή και από το έθιμο να κρεμούν οι γυναί-κες και τα κορίτσια (οι φλωρούδες) φλουριά στο στήθος τους, τα οποία άστραφταν όταν χόρευαν στους γάμους και στα γλέντια.

  •       Με βάση την αμφισβητούμενη ονομασία "Φλουροχώρι" ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Ν. Ψημμένος το μεταφράζει από "Θησαυρούπολη" στα Γερμανικά Schatz-Stadt δηλαδή Σιατσ-στατ, Σιάτιστα.
  •       Από το λατινικό satis + ta και με ένα "ι" ανάμεσα στο satis (sati=αρκετά, ικανά) Γ. Φίλιος καθηγητής.

 

Ανάπτυξη της πόλης – Ιστορική διαδρομή


Όποια κι αν ήταν η σύνθεση του πληθυσμού της Σιάτιστας γεγονός είναι ότι μέσα στο 17ο αιώνα έχει προχωρήσει η αφομοίωση των ετερόκλητων πληθυσμιακών στοιχείων σε τέτοιο βαθμό, ώστε από τα μέσα του αιώνα αυτού να αρχίσει το φούντωμα της μεγάλης οικονομικής ανάπτυξης της πόλης που θα διαρκέσει μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα. Η οικονομική ανάπτυξη θα στηριχτεί κατά κύριο λόγο στο εμπόριο που διεξή-γαγαν οι Σιατιστινοί έμποροι « πραματευτάδες » μαζί με τους εμπόρους άλλων μακε-δονικών πόλεων όπως η Καστοριά, η Κοζάνη, η Έδεσσα, τα Ιωάννινα, η Θεσσαλονί-κη κ.λ.π. με τη Βενετία στην αρχή και στη συνέχεια με τις χώρες της Βαλκανικής και της Κεντρικής Ευρώπης. Η Βενετία μέσω Δυρραχίου, η Τεργέστη, το Βουκουρέστι, το Βελιγράδι η Βιέννη, η Βουδαπέστη η Λειψία ,η Οδησσός, ήταν πόλεις οικείες για τους σιατιστινούς πραματευτάδες οι οποίοι τροφοδοτούσαν εκατοντάδες εμπορικούς οίκους σιατιστινών οικογενειών που μετανάστευσαν και εγκαταστάθηκαν σ αυτές τις χώρες.

Τα προϊόντα που μετέφεραν ήταν δέρματα, γουναρικά, κρόκος και βαμβάκι και εισήγαγαν μεταξωτά υφάσματα, κρύσταλλα και πορσελάνες, καθρέφτες με ξύλινες επιχρυσωμένες κορνίζες, κοσμήματα με πολύτιμους λίθους κ.ά. , πολλά από τα οποία σώζονται μέχρι και σήμερα σε διάφορες παραδοσιακές οικογένειες.

Η μεγάλη ακμή και ο πλούτος, σε συνδυασμό με την αξιόλογη αγωνιστική της δράση, ήταν η αιτία που τέσσερις φορές σε μισό περίπου αιώνα, από το 1784, πολυάριθμες ορδές Τουρκαλβανών έκαναν επιδρομές στην πόλη. Οι επιδρομές αποκρούστηκαν με γενναιότητα από τους κατοίκους που αμύνθηκαν οχυρωμένοι στα αρχοντικά και στις εκκλησίες. Οι μνήμες από τις επιθέσεις αυτές έμειναν ζωντανές στην ψυχή των σιατιστινών και τις διέσωσε μέχρι σήμερα η λαϊκή Μούσα στα τοπικά τραγούδια.

Η συμβολή της Σιάτιστας στον αγώνα του 1821 είναι σημαντική . Η ενεργός ανάμειξή της αρχίζει με το Γεώργιο Παπάζωλη (η Παπάζογλου), ο οποίος συνδέθηκε με στενή φιλία με το Γρηγόριο Ορλώφ. Με την υποστήριξή του κατατάχτηκε στο ρωσικό στρατό όπου προάχθηκε σε αξιωματικό. Θερμός πατριώτης και οραματιστής της ελληνικής ελευθερίας μιλά στην αυτοκράτειρα της Ρωσίας Αικατερίνη για την Ελλάδα και τα δεινά των Ελλήνων. Έτσι το έτος 1770 στέλνεται από την Αικατερίνη Β' της Ρωσίας στην Ελλάδα, για να προπαρασκευάσει την επανάσταση. Ανεξάρτητα από την αποτυχία του εγχειρήματος όμως, ο Παπάζωλης σηματοδότησε την Εθνική Εξέγερση και υπήρξε πρόδρομος του Ρήγα και των Φιλικών.

Η συμμετοχή της Σιάτιστας στη δράση του Ρήγα Βελεστινλή είναι έκδηλη και ο αριθμός των νεαρών Σιατιστινών που πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους στο Ρήγα πραγματικά συγκινητικός.

Από το 1790 εκδίδεται από τους Σιατιστινούς αδερφούς Μαρκίδες Πούλιου στη Βιέννη το πρώτο δημοσιογραφικό όργανο των σύγχρονων Ελλήνων, Η Εφημερίς. Η πρώτη δημοσιογραφική εξόρμηση των Σιατιστινών αδερφών είχε θερμό πατριωτικό χαρακτήρα και ερχόταν να παίξει πολύ σημαντικό ρόλο στην πνευματική και πολιτι-κή αφύπνιση του απόδημου ελληνισμού. Στο πρώτο φύλλο της Εφημερίδος, που κυκλοφόρησε στις 31 Δεκεμβρίου 1790 διαβάζουμε τα εξής: "Όντες υστερημένοι οι απόγονοι εκείνων των περιβόητων Ελλήνων από την αυτονομίαν και υποδεδουλω-μένοι εις πολλά βάσανα, με όλον τούτο δεν παύουσι ποτέ μιμούμενοι τους παλαιούς προπάτορας".

Η ευεργετική επίδραση της "Εφημερίδος" ήταν μεγάλη. Στη Βιέννη και στα τυπογραφεία των αδερφών Μαρκιδών Πούλιου ο Ρήγας τύπωσε την περίφημη "Χάρτα|", το Θούριο και τις υπόλοιπες επαναστατικές προκηρύξεις.

Στο στενό κύκλο των συντρόφων του Ρήγα ανήκε και ο Σιατιστινός Θεοχάρης Γ. Τουρούντζιας, έμπορος, ο οποίος φλογισμένος από το όραμα της Επανάστασης μοίραζε άφθονο επαναστατικό υλικό στα διάφορα κέντρα της Αυστροουγγαρίας, όπου περιφερόταν δήθεν για εμπορικές συναλλαγές. Στραγγαλίστηκε μαζί με το Ρήγα και τους άλλους συντρόφους του στο Βελιγράδι στις 24-6-1798 στο φρούριο Νεμπόϊσα όπως και ο Κων/νος Δούκας ο οποίος γλίτωσε ως Αυστριακός υπήκοος την τιμωρία καθώς και ο Πούπλιος Πούλιος .Ακολουθούν οι Ι. Μανούσης, οι αδερφοί Ζαβίρα, ο Χ. Περραιβός, των οποίων η συμβολή στην Επανάσταση ήταν μεγάλη.

Σιατιστινός επίσης ήταν και ο οπλαρχηγός Γ. Νιόπλιος, ο οποίος εκπροσωπώντας τη Σιάτιστα συνεννοήθηκε με τους πρόκριτους της Δ. Μακεδονίας για τον κοινό ξεσηκωμό. Αργότερα, ως προεστός, μαζί με άλλους 500 Σιατιστινούς απέκρουσε για δεύτερη φορά επιδρομή γκέκηδων. Ο Νικόλαος Κασομούλης ο συγγραφέας των «Στρατιωτικών Ενθυμημάτων της Επαναστάσεως των Ελλήνων »,και ολόκληρη η οικογένειά του ήταν από τους μεγάλους ήρωες αγωνιστές που ανέδειξε η Σιάτιστα και πρωτοστάτης της κήρυξης της Επανάστασης στη Μακεδονία (1822).

Νεότερη Ιστορία


Τον Ιούλιο του 1904 η Σιάτιστα υποδέχτηκε με ενθουσιασμό τον ήρωα του Μακεδονικού αγώνα, Παύλο Μελά. Το σώμα του και άλλα ανταρτικά σώματα στελεχώθηκαν από δεκάδες Σιατιστινών, πολλοί από τους οποίους σκοτώθηκαν στα βουνά της Μακεδονίας καθ όλη τη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα. Συνεχιστές του μεγάλου αγώνα του Παύλου Μελά υπήρξαν και οι Σιατιστινοί Παύλος Νεράντζης ή Καπετάν Περδίκας ,Θωμάς Καράτζιας και καπετάν Αρίδας (Κουτσώνας).

Η πόλη απελευθερώθηκε στις 4 Νοεμβρίου 1912 μετά από σκληρές και φονικές μάχες μίας μεταξύ των Τουρκικών δυνάμεων κατοχής και των απελευθερωτικών μονάδων του Ελληνικού στρατού οι οποίες ενισχύθηκαν από τα εθελοντικά σώματα των Γαριβαλδινών και των Κρητών ,από τους οποίους 30 παλικάρια θυσιάστηκαν στο βωμό της Ελευθερίας για τη Σιάτιστα. 

Από το 1912 μέχρι σήμερα η Σιάτιστα ζει ελεύθερη και οι κάτοικοί της δεν έχουν χάσει το φιλελεύθερο φρόνημά τους και το αποδεικνύουν όταν χρειασθεί. Τρανή απόδειξη οι ιστορικές μάχες της Βίγλας και του Φαρδύκαμπου (4-6 Μαρτίου 1943), όταν σύσσωμος ο σιατιστινός λαός, με την καθοδήγηση του Ε.Α.Μ.-Ε.ΛΑ.Σ.,και τη θερμή συμπαράσταση των κατοίκων των γύρω χωριών, αψηφώντας τις συνέπειες της Κατοχής, αντιστάθηκαν στο Φασισμό, χτύπησαν και αιχμαλώτισαν έναν ιταλικό λόχο και στη συνέχεια ολόκληρο τάγμα. Οι τριήμερες ηρωικές μάχες επισφραγίστηκαν με τη δεύτερη μεγάλη νίκη της Εθνικής Αντίστασης κατά του άξονα μετά την ανατίναξη της Γέφυρας του Γοργοπόταμου και δίκαια τιμήθηκε με λαμπρό μνημείο.

Αρχιτεκτονική - Μνημεία


Η Σιάτιστα αν και κατέχει μια απομονωμένη θέση μέσα στη Δυτική Μακεδονία, αποτελεί, από το 1600 περίπου, ένα αξιόλογο βιοτεχνικό κέντρο. Οι κάτοικοί της ασχολούνται με την υφαντική, τη γουνοποιία, τη βαφική τέχνη και την αμπελοκαλ-λιέργεια. Αρχίζει ταυτόχρονα μια εμποροαγωγιάτικη δραστηριότητα των Σιατιστινών προς τα Γιάννενα, που με τον καιρό επεκτείνεται προς τα βόρεια, τη Βενετία, τη Ρωσία και περισσότερο στην Κεντρική Ευρώπη, τη Βουδαπέστη και τη Βιέννη.

Έτσι φτάνει να γνωρίσει κατά το 18ο και 19ο αιώνα τεράστια οικονομική ακμή, που υπέστη κάποια κάμψη στις αρχές του 19ου αιώνα, όταν η Αυστρία, μετά τον ατυχή πόλεμο με τη Γαλλία, καταστράφηκε οικονομικά και παρέσυρε στην πτώχευση και πολλούς εμπορικούς οίκους της Σιάτιστας. Η επαφή αυτή των Σιατιστινών με τον πολιτισμό της ελεύθερης Ευρώπης είχε ως αποτέλεσμα την πνευματική και κοινωνική ανάπτυξή τους και την άνοδο του βιοτικού τους επιπέδου.

Αρχοντικά


Οι συνθήκες της γενικής αυτής ευημερίας συντέλεσαν και στην ανάπτυξη της τέχνης και προπάντων της αρχιτεκτονικής και χαρακτηριστικά δείγματα της αρχιτεκτονικής του 18ου αιώνα στη Σιάτιστα είναι τα αρχοντικά της, χτισμένα από περιπλανώμενες συντεχνίες (συνάφια) Ηπειρωτών και Μακεδόνων μαστόρων. Τριάντα περίπου απ’ αυτά σώζονται ακόμη και σήμερα με εμφανή όμως τα σημάδια της εγκατάλειψης . Όλα τα αρχοντικά είναι οικοδομημένα πάνω στο ίδιο περίπου σχέδιο και με την ίδια διαρρύθμιση των εσωτερικών χώρων. Εξωτερικά πρόκειται για διώροφα σπίτια, που επιβάλλονται με τον όγκο τους, τους ψηλούς, πέτρινους κι απόρθητους τοίχους της αυλής και τις πολεμίστρες που ανοίγονται σε διάφορα σημεία για την προστασία τους από τις αλβανικές επιδρομές. Εκείνο που χαρακτηρίζει το εσωτερικό τους είναι οι άνετοι και πλούσια διακοσμημένοι χώροι οι οποίοι χαρακτηρίζονται από αυτοτέλεια, αλλά διατηρείται και η εσωτερική επικοινωνία μεταξύ τους, με την ύπαρξη ενός πυρήνα, γύρω από τον οποίο γίνεται η διάταξη των χώρων.

Τον πυρήνα αυτόν τον συναντάμε μπαίνοντας από τη χαμηλή πόρτα της εισόδου στο ισόγειο. Πρόκειται για μια πλακοστρωμένη αυλή, τη μεσιά ή εμπατή από την οποία ξεκινούν δυο σκάλες. Η δεξιά οδηγεί στον πρώτο όροφο και η αριστερή στο δεύτερο, το ανώι. Όλος ο υπόλοιπος χώρος του ισογείου καταλαμβάνεται από αποθήκες (μαγαζιά), το κατώι, όπου φύλαγαν τα βαρέλια του κρασιού και το πουστάβι, το πατητήρι δηλαδή των σταφυλιών. Ανεβαίνοντας τη δεξιά πέτρινη σκάλα βρισκόμαστε σε έναν ανοιχτό διάδρομο, που περιβάλλει από τρεις πλευρές τη μεσιά, σαν εσωτερικός εξώστης, και φέρει προστατευτικά κάγκελα. Στο διάδρομο αυτό βγαίνουν τα δωμάτια του πρώτου ορόφου, τα οποία καταλαμβάνουν τις τέσσερις γωνίες του. Είναι οι χειμωνιάτικοι οντάδες, όπου έμεναν οι οικογένειες το χειμώνα. Ανάμεσα στα δωμάτια της βορινής πλευράς μένει ένας ελεύθερος χώρος, που φωτίζεται από μια σειρά δύο ή τριών παραθύρων, ο ντηλιακός. Το επίπεδο του ντηλιακού βρίσκεται ένα σκαλοπάτι ψηλότερα από το διάδρομο, από τον οποίο συχνά χωρίζεται με ωραία σκαλιστά κάγκελα και λεπτές κολόνες, που συνδέονται στο πάνω μέρος τους με ελαφρά τόξα. Οι τοίχοι του είναι επενδυμένοι με ξύλο, ζωγραφισμένα με πολύχρωμα σχέδια και η οροφή είναι στολισμένη με ξυλόγλυπτες διακοσμήσεις και περίτεχνους ομφαλούς. Είναι ο ωραιότερος χώρος του ορόφου αυτού και χρησιμεύει σαν χώρος υποδοχής στις κοινωνικές εκδηλώσεις.

Η αριστερή σκάλα που ξεκινάει από τη μεσιά ( μεσαία πόρτα), οδηγεί στη μεγάλη σάλα του δεύτερου ορόφου, το ανώι. Στη βόρεια και νότια πλευρά του σχηματίζει προεξοχές, τα σαχνισιά και φωτίζεται με σειρές παραθύρων, που συχνά τα τζάμια τους είναι ζωγραφισμένα (βιτρό). Οι υπόλοιποι χώροι του δεύτερου ορόφου ακολουθούν τη διάταξη του πρώτου, με δωμάτια στις τέσσερις γωνίες καφέ-οντάδες, μπας-οντάδες, (μεγάλα δωμάτια), που αποτελούν τα καλά καλοκαιρινά δωμάτια του σπιτιού. Ανάμεσα στους οντάδες που βρίσκονται αριστερά από το ανώι, μεσολαβεί διάδρομος που οδηγεί στο αναγκαίο, το οποίο κατά κανόνα προεξέχει. Οι τοίχοι κι εδώ είναι επενδυμένοι με ξύλο και ζωγραφισμένοι με ζωηρά χρώματα. Ο όροφος αυτός είναι ο ωραιότερος και επιβλητικότερος του σπιτιού, γιατί είχε ως προορισμό να χρησιμοποιείται για χορούς και γιορτές (επισημόημερα).

Έξω από το σπίτι, στις πλακοστρωμένες αυλές υπήρχε ο φούρνος, το μαγειριό (ου μαειριός), αποθήκες, στάβλοι, αχερώνας, κοτέτσι κ.λ.π., όπως και πηγάδι, στέρνα και κιόσκι. Την εικόνα συμπλήρωναν πράσινοι κήποι με λουλούδια, γλάστρες και κληματαριές που περιέβαλαν το σπίτι.

Τα πιό επώνυμα και γνωστότερα αρχοντικά, προσιτά στον επισκέπτη,είναι της Πούλκως στη Γεράνεια και του Νεραντζόπουλου, Κανατσιούλη-Χατζημιχαήλ και Μανούση στη χώρα.. Επισκέψιμα είναι επίσης και τα ανακαινισθέντα αρχοντικά Δίτσιου και Δόλγκηρα.

Εκκλησίες


Η Σιάτιστα του 17ου αιώνα εξελίχτηκε σε εμπορική και βιοτεχνική πολιτεία.

Η περίοδος που μητροπολίτης της Σιάτιστας ήταν ο Ζωσιμάς (1686 – 1746) θεωρείται η χρυσή περίοδος για την πόλη. Την εποχή εκείνη χτίστηκαν και οι περισσότεροι ναοί, αφού επιφανείς Σιατιστινοί παρείχαν σημαντική οικονομική βοήθεια.

Ο πιο παλιός ναός που σώζεται ως σήμερα είναι ο ναός της Αγίας Παρασκευής στην πλατεία της Γεράνειας. Χτίστηκε το 1677 και αποτελεί αξιόλογο μνημείο μεταβυζαντινής τέχνης. Το εξαιρετικό επίχρυσο ξυλόγλυπτο τέμπλο αποτελεί αντικείμενο θαυμασμού όλων των επισκεπτών. Στο ναό της Αγίας Παρασκευής χαρακτηριστικός είναι και ο επιτάφιος της εκκλησίας, έργο του 1741, με ζωγραφική και στις δυο όψεις του ξύλου.

Νότια της Αγίας Παρασκευής βρίσκεται κολλημένος ο ναΐσκος της Παναγίας, που μαζί με την κοινή αυλή και το τεράστιο καμπαναριό αποτελούν ένα όμορφο σύνολο.

Μια άλλη παλιά και όμορφη εκκλησία είναι του Προφήτη Ηλία, στο μέσο σχεδόν των δύο συνοικιών. Χτίστηκε το 1701 και ανακαινίστηκε το 1740. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι παραστάσεις της δημιουργίας του Αδάμ, της Δευτέρας Παρουσίας και της ρίζας του Ιεσσαί με τους αρχαίους φιλοσόφους, θέμα όχι συνηθισμένο σε χριστιανικούς ναούς. Η αντίστοιχη απεικόνιση στο ναό της αγίας Παρασκευής φανερώνει την άνθηση των γραμμάτων εκείνη την περίοδο στη Σιάτιστα.

Την περίοδο αρχιερατείας του Ζωσιμά χτίστηκαν κι άλλοι ναοί. Το 1702 ο Άγιος Μηνάς στο μέσο του δρόμου Χώρας – Γεράνειας, το 1709 στην είσοδο της Γεράνειας ο Άγιος Νικάνορας, το 1744 ο ναός των δώδεκα Αποστόλων. Όλοι αυτοί ναοί είναι χτισμένοι σε σχετικό βάθος, αφού γνωρίζουμε ότι οι Τούρκοι δεν επέτρεπαν το χτίσιμο των εκκλησιών πάνω από το έδαφος.

Μεταγενέστεροι είναι οι ναοί του Αγίου Γεωργίου (1760), του Αγίου Χριστοφόρου (1801), των Αγίων Ταξιαρχών (1798).

Μικρότεροι ναοί, που χτίστηκαν σχετικά πρόσφατα ανεβάζουν τον αριθμό των εκκλησιών της Σιάτιστας σε 22 (σχετική εργασία του ιερέα Νικολάου Δάρδα). Στη Σιάτιστα λειτουργούν σήμερα δύο ενοριακοί ναοί, του Αγίου Δημητρίου στη χώρα και του Αγίου Νικολάου στη Γεράνεια. Ο αρχικός μητροπολιτικός ναός του Αγίου Δημητρίου είχε χτιστεί αρχικά το 1647, κατεδαφίστηκε το 1801 και ξαναχτίστηκε, κάηκε όμως το 1910, για να χτιστεί τον επόμενο χρόνο με τη σημερινή του μορφή (Αρχιτεκτόνημα του Αριστοτέλη Ζάχου). Και ο ναός του Αγίου Νικολάου είχε χτιστεί παλιότερα, το 1743, αλλά κατεδαφίστηκε το 1929 και οικοδομήθηκε ο σύγχρονος .(Αρχιτέκτονας Μάλαμας Γ).

Η Σιάτιστα είναι έδρα της Μητρόπολης “Σισανίου και Σιατίστης”. Από τον τίτλο φαίνεται ότι αρχικά είχε την έδρα στο Σισάνι, αλλά η έδρα της μεταφέρθηκε όταν μητροπολίτης ήταν ο Ζωσιμάς και στο χρονικό διάστημα 1695 – 1699. Μέχρι το 1767 ήταν επισκοπή, ενώ μητρόπολη έγινε το 1767, όταν με την κατάργηση της επισκοπής Αχρίδος στην οποία υπαγόταν, κατατάχτηκε στις επαρχίες του Οικουμενι-κού Πατριαρχείου.
Νέος μητροπολίτης Σισανίου και Σιατίστης, μετά την εκδήμηση του μακαριστού Αντωνίου (Δεκέμβριος 2005), ενθρονίστηκε ο Παύλος (Απρίλιος 2006).

Οικονομία


Την εποχή της ακμής της η Σιάτιστα αριθμούσε πάνω από 12.000 κατοίκους. Αυτό το μαρτυρεί τόσο η έκτασή της όσο και ο αριθμός των σπιτιών, των ενοριών κ.λ.π. τον καιρό εκείνο. Ένας τέτοιος πληθυσμός δεν μπορούσε φυσικά να εξυπηρετηθεί οικονομικά με τα λίγα και φτωχά χωράφια, αλλά ούτε η αμπελουργία και η κτηνοτροφία στάθηκαν ικανές να απορροφήσουν όλο το εργατικό τους δυναμικό. Γι’ αυτό οι κάτοικοί της αναζήτησαν άλλους τρόπους για να ζήσουν, τη βιοτεχνία και το εμπόριο. Κάτω από τους όρους αυτούς η κοινωνική και οικονομική διάρθρωση της Σιάτιστας διαμορφώθηκε σιγά σιγά σε αστική. Η αμπελουργία ήταν τότε ο κυριότερος κλάδος της γεωργίας, αλλά οι περισσότεροι αμπελουργοί ήταν συγχρόνως και κατά κύριο λόγο έμποροι ή οικοτέχνες. Όσο για την κτηνοτροφία περιοριζόταν πάντοτε, όπως και στις μέρες μας, στη συντήρηση αιγοπροβάτων και ελάχιστων βοοειδών.

Ο αστικός χαρακτήρας της Σιάτιστας την χαρακτηρίζει από πολύ παλιά ως πόλη. Στην εποχή ακόμη της Τουρκοκρατίας την ώθησε στο εμπόριο και τη βιοτεχνία. Αργότερα και μέχρι το 1940 αναπτύχθηκε η παραγωγή και επεξεργασία των φύλλων του καπνού με μεγάλα καπνομάγαζα και καπναποθήκες και λίγη σηροτροφία .Η μικρών αποδόσεων ορεινή γεωργία και κτηνοτροφία είχε σαν συνέπεια ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού της να υποαπασχολείται πάντοτε και να βρίσκει διέξοδο στη μετανάστευση. Επί τουρκοκρατίας ,τέλη 19ου αιώνα αρχές 20ου στην Αμερική και στίς χώρες της Κεντρικής Ευρώπης, και αργότερα στην Αυστραλία ενώ μεταπολεμικά στην Αμερική, την Αυστραλία και τη Γερμανία.

Στις μέρες μας οι περισσότεροι κάτοικοί της ασχολούνται κατά κύριο λόγο με την κατεργασία της γούνας, λίγοι με την γεωργία και αμπελουργία, λιγότεροι με την κτηνοτροφία και με τα άλλα επαγγέλματα.

ΓΟΥΝΑ


Η επεξεργασία και το εμπόριο των γουναρικών στη Σιάτιστα άρχισαν, σύμφωνα με την παράδοση, στο τέλος του 16ου αιώνα. Οι πραματευτάδες με τα καραβάνια τους μετέφεραν τα γουναρικά στις αγορές της Κεντρικής Ευρώπης, αφού πρώτα τα επεξεργάζονταν και τα έραβαν με τα υποτυπώδη εργαλεία της εποχής. Η εμπορική αυτή κίνηση σταμάτησε, όπως είδαμε και παραπάνω με την οικονομική καταστροφή της Αυστρίας, όπου πολλοί Σιατιστινοί διατηρούσαν εμπορικούς οίκους.

Με την εμφανιζόμενη κρίση στην Ευρώπη στις αρχές του 20ού αιώνα μετανάστευσαν πολλοί νέοι στην Αμερική, αρκετοί από τους οποίους ασχολήθηκαν με τη γούνα. Μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο πολλοί σιατιστινοί και σιατιστινές μετανά-στευσαν στην Αμερική, τον Καναδά, την Αυστραλία, τη Γαλλία και τη Γερμανία, όπου εργάστηκαν είτε ως εργάτες είτε ως έμποροι και σιγά σιγά άρχισαν να μεταφέρουν ένα μέρος της επεξεργασίας της γούνας στη Σιάτιστα, οπότε εμφανί-ζονται και οι πρώτες βιοτεχνίες επεξεργασίας και μεταποίησης αποκομμάτων. Χαρακτηριστικό αυτής της περιόδου είναι ότι οι Σιατιστινοί συγκέντρωναν από τα εργοστάσια ή τα εργαστήρια στα οποία εργάζονταν τα αποκόμματα που περίσσευαν από την επεξεργασία ολόκληρων δερμάτων γούνας, τα έστελναν στη Σιάτιστα όπου συρράφονταν και έτοιμα υφάσματα (platers) πλέον προωθούνταν στο εξωτερικό για πώληση. Έτσι δημιουργήθηκαν οι πρώτες σοβαρές μεταπολεμικές επιχειρήσεις, οι οποίες μάλιστα είχαν και το αποκλειστικό προνόμιο επεξεργασίας μαζί με τη Καστοριά..Ο μονοεπαγγελματισμός αυτός είχε σαν συνέπεια την απορρόφηση του 90%του εργατικού δυναμικού της κοινωνίας την περίοδο της μεγάλης ακμής της γουνοποιίας 1963-1985 όταν κάθε σπίτι ήταν και μια οικογενειακή επιχείρηση (οικοτεχνία).Τώρα όμως που ο κλάδος διέρχεται την μεγαλύτερη κρίση ,όπως και στην Καστοριά ,οι συνέπειες του μονοεπαγγελματισμού είναι τραγικές καθώς οδηγείται στην μακροχρόνια ανεργία το 75% των βιοτεχνών , οικοτεχνών και γουνεργατών. 

Λειτουργούν ελάχιστες επιχειρήσεις επεξεργασίας ολόκληρων γουνοδερμάτων και λίγες μονάδες εκτροφής γουνοφόρων ζώων, ενώ ένα μικρό ποσοστό των γουνοποιών προσανατολίστηκε στην κατασκευή και εμπορεία δερματίνων ενδυμάτων τα οποία προσφέρονται σε ανταγωνιστικές προς τα ομοειδή ευρωπαϊκά προιόντα τιμές.

Γεωργία - Αμπελουργία


Από πολύ παλιά ασχολήθηκαν οι κάτοικοι της Σιάτιστας με την αμπελουργία. Οι καλλιεργήσιμες εκτάσεις της παλιά ανέρχονταν σε 15.000 στρέμματα, ενώ σήμερα δεν υπερβαίνουν τις 3.000 στρέμματα. Η άριστη ποιότητα των σιατιστινών κρασιών οφείλεται στα πετρώδη εδάφη, όπου καλλιεργείται η άμπελος. Ο Άγγλος περιηγητής Lake, που επισκέφτηκε τη Σιάτιστα το 1805, διαπιστώνει ότι “Οι Σιατιστείς κατά-σκευάζουν εν είδος κρασιού εκ των αρίστων της Ρουμελίας”. Το κρασί αποτελούσε από τότε βασικό προϊόν του πρωτογενή τομέα και σπουδαίο εμπόρευμα.

Οι αμπελουργοί φυλάγουν τα κρασιά τους σε κατώγια για πολλά χρόνια. Ονομαστό είναι το “ηλιαστό” κρασί της Σιάτιστας, που προέρχεται από ποικιλία μαύρων μοσχοστάφυλων, τα οποία ηλιάζονται μέχρι και δύο μήνες. Επίσης από τα τσίπουρα (στέμφυλλα) παράγεται η πολύ καλή ρακή (τσίπουρο διπλής απόσταξης) της Σιάτιστας. Ο κλάδος αυτός είχε συρρικνωθεί την τελευταία περίοδο που ήκμαζε η γούνα Σήμερα στην προσπά-θειά τους οι σιατιστινοί να αναπληρώσουν ένα μέρος του εισοδήματος που χάθηκε, από την μακρόχρονη κρίση της γουνοποιίας, ξαναζωντανεύουν τήν αμπελοκαλλιέρ-για και τήν οινοποιία με τις παραδοσιακές ποικιλίες αλλά και με καινούργιες αποδοτικότερες.

Κτηνοτροφία


Η περιοχή της Σιάτιστας έχει 50.000 στρέμματα βοσκοτόπων και 15.000 στρέμματα δάσους (περιοχή Τσερβένας, Μπούρινου). Λίγοι μόνο κάτοικοί της ασχολούνται με την κτηνοτροφία και ο αριθμός των αιγοπροβάτων, αν δε μειώνεται, παραμένει σταθερός τα τελευταία χρόνια. Η αιτία θα πρέπει να αναζητηθεί για άλλη μια φορά στην ύπαρξη της γούνας αλλά και στη δυσκολία του επαγγέλματος λόγω των ορεινών και δύσβατων βοσκοτόπων.Η βοσκοϊκανότητα είναι πενιχρή και τα τελευταία χρό-ναι η κατάσταση χειροτέρεψε καθώς με μοναδικό κίνητρο τις ευρωπαϊκές επιδοτή-σεις αρκετοί ίδρυσαν βοοτροφικές μονάδες με αποτέλεσμα να επιβαρυνθεί ακόμα περισσότερο διατροφική ικανότητα των βοσκοτόπων.

Πνευματική ζωή-εκπαίδευση


Η Σιάτιστα στα χρόνια της τουρκοκρατίας αναδείχτηκε ένα από τα σπουδαιότερα εκπαιδευτικά κέντρα της Μακεδονίας, καθώς η οικονομική άνοδος, εξαιτίας του εμπορίου και της επικοινωνίας με τις χώρες της Ευρώπης, είχε αντίκτυπο και στην πνευματική εξύψωση, στην παιδεία.

Από τα μέσα του 17ου αιώνα παρατηρείται στην πόλη αξιόλογη πνευματική και εκπαιδευτική κίνηση. Επί αρχιερατείας και εποπτείας Ζωσιμά ιδρύθηκε ανώτερη σχολή πριν από το 1700 στη Σιάτιστα, στην οποία φοίτησαν νέοι από την Καστοριά, τη Μοσχόπολη και τη Θεσσαλονίκη.

Το 1718 ιδρύθηκε ανώτερο σχολείο που χρηματοδότησαν τοπικοί δωρητές. Το σχολείο ονομάστηκε “Φροντιστήριον Ελληνικών Μαθημάτων”, γεγονός που αποδεικνύει την εξέχουσα από εκπαιδευτική θέση της Σιάτιστας. Στα επόμενα χρόνια δίδαξαν στη σχολή σπουδαίοι δάσκαλοι όπως ο διδάσκαλος του γένους Μεθόδιος Ανθρακίτης.

Με δωρεά της Σιατιστινής Βασιλικής Νικολάου, το 1816 ιδρύθηκε σχολή, που ονομάστηκε “Ελληνική Σχολή”, στην οποία ο Σιατιστινός καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών Θεόδωρος Μανούσης πρόσφερε 5.000 τόμους βιβλίων, δημιουργώντας έτσι την περίφημη “Μανούσειο Βιβλιοθήκη”, η οποία συντέλεσε στην πρόοδο του τόπου, αλλά προκάλεσε και την αντίδραση του πασά του Μοναστηρίου, ο οποίος το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα έκαψε και κατάσχεσε πολλά βιβλία της δωρεάς Μανούση. Η βιβλιοθήκη, που περιλαμβάνει σπάνιες εκδόσεις του 16ου, 17ου, 18ου και 19ου αιώνα και κάποια χειρόγραφα στεγάζεται στο “Κουκουλίδειο Πνευματικό Κέντρο”. Σήμερα αριθμεί περί τους 55.000 τόμους βιβλίων. Το πιο παλιό βιβλίο είναι “Θουκυδίδου Ξυγγραφή και Ξενοφώντος Ελληνικά”, που είναι τυπωμένο στη Βενετία το έτος 1502.Η Βιβλιοθήκη με τη σημερινή της μορφή , Ν.Π.Δ.Δ., λειτουργεί από το 1953.(Λεπτομέρειες για τη Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Σιάτιστας « Μανούσεια » σε άλλες στήλες της ιστοσελίδας ).

Μετά τα μέσα του 19ου αιώνα στη Σιάτιστα λειτουργούσαν δύο αλληλοδιδακτικά, ένα ελληνικό σχολείο και ένα παρθεναγωγείο με αξιόλογους δασκάλους.

Σημαντικό σταθμό για στην εκπαιδευτική ιστορία της Σιάτιστας αποτελεί η ίδρυση του Τραμπαντζείου Γυμνασίου το 1888. Η λειτουργία πλήρους Γυμνασίου στη Σιάτιστα το 1889, όταν στη Μακεδονία ολόκληρη λειτουργούσαν μόνο τρία, φανερώνει την εξέχουσα θέση της πόλης στα τέλη του 19ου αιώνα.

Το Δημοτικό Σχολείο της Γεράνειας (Β΄ Δημοτικό) στεγαζόταν σ’ ένα παλιό κτίριο που είχε ανεγερθεί το 1830 και επισκευάστηκε το 1850. Το 1916 όμως χτίστηκε καινούριο το οποίο λειτουργούσε μέχρι το 1977. Από τη σχολική χρονιά 1998-1999 στεγάζεται το Μουσικό Γυμνάσιο σε έναν εντελώς αναπαλαιωμένο χώρο, στο παλαιό Παρθεναγωγείο Σιάτιστας ( Γεράνεια ) ,με δαπάνες του ευεργέτη κ. Κ. Παπανικο-λάου.

Το Δημοτικό Σχολείο της χώρας χτίστηκε το 1863, αλλά το σημερινό σχολείο χτίστηκε το έτος 1910. Είναι διώροφο κτίριο, που αρχικά ο πάνω όροφος λειτουργούσε ως παρθεναγωγείο, αργότερα ως νηπιαγωγείο ενώ σήμερα αποτελεί μια εξαίρετη αίθουσα τελετών. Ο κάτω όροφος φιλοξενεί τις περισσότερες αίθουσες του σχολείου, καθώς και εργαστήριο Φυσικής – Χημείας και αίθουσας πολυμέσων με τη χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή.

Λειτουργούν επίσης Παλαιοντολογική Συλλογή, βοτανικό μουσείο, δημιούργημα του Ορειβατικού Συλλόγου « ο Μπούρινος » και εκθέσεις φωτογραφιών των συλλόγων, Μαρκίδε;ς Πούλιου και « Φιλίππων Φυσιολατρών» .
Σήμερα λειτουργούν ακόμη ένα Τεχνικό Επαγγελματικό Εκπαιδευτήριο, ενώ το Γενικό Λύκειο στεγάζεται μαζί με το Γυμνάσιο σε ένα καινούριο κτίριο, το “Γεώργιος Παπαγεωργίου” δωρεά των αδερφών Παπαγεωργίου.

Η Σιάτιστα ανέδειξε πολλούς και μεγάλους ευεργέτες, οι οποίοι έκτισαν σχολεία, εκκλησίες, το διοικητήριο, το ξενοδοχείο, το Κέντρο Υγείας και άφησαν κληροδοτήματα προσφέροντας ολόκληρες περιουσίες για την εξυπηρέτηση του κοινωνικού συνόλου,( περίπου είκοσι τον αριθμό Ιδρύματα –Κληροδοτήματα).

Στην πόλη δραστηριοποιούνται πολλοί πολιτιστικοί και άλλοι σύλλογοι, ενώ ο Μορφωτικός Σύλλογος “Μαρκίδες Πούλιου” εκδίδει τοπικό δημοσιογραφικό φύλλο με τον τίτλο “Εφημερίς”από το 1981.

Αξιόλογη είναι ακόμα η αθλητική δραστηριότητα της νεολαίας.Συμμετέχουν και αθλούνται στις ποδοσφαιρικές ομάδες «Μακεδονικός» (ανδρών και παίδων),Π.Α.Σ., Ακαδημία ( τρεις ομάδες ), «Δόξα» Μικροκάστρου, «Γλάς» Παλαιοκάστρου.Στο μπάσκετ αναδείχτηκε και διατηρείται για μια δεκαετία περίπου στη Β΄Εθνική η ομάδα του Γυμναστικού Συλλόγου και δεύτερη ομάδα είναι ο «Τρίτων».
 

Έθιμα, Παραδόσεις


Η Σιάτιστα έχει πολλά έθιμα και παραδόσεις, που συνεχίζονται μέχρι σήμερα, αφού αναβιώνουν με την ίδια χαρούμενη διάθεση όπως παλιά. Όλες οι μεγάλες γιορτές είναι αφορμή για χαρά, γλέντι και χορό όπου η συμμετοχή των κατοίκων είναι πάνδημη.

Τα έθιμα του δωδεκαήμερου

Από τις αρχές του Δεκέμβρη ακούγονται στις γειτονιές οι παιδικές φωνές που προτρέπουν με τραγούδια να αρχίσουν οι ετοιμασίες για τις γιορτές που πλησιάζουν. Στις 23 Δεκεμβρίου το βράδυ ανάβονται σε όλες σχεδόν τις γειτονιές και στις πλατείες μεγάλες φωτιές, οι κλαδαριές, και όλος ο κόσμος χορεύει γύρω απ’ αυτές με τη συνοδεία τοπικών μουσικών οργάνων. Το χορό σέρνουν οι γεροντότεροι και οι δημοτικές αρχές.

Το ξημέρωμα της άλλης μέρας βρίσκει τα παιδιά να λένε τα κόλιαντα (κάλαντα). Μικρά, μεγάλα κρατούν τη τζιουμάκα (=ξύλινο σφυρί) και χτυπούν τις πόρτες των σπιτιών για να τους ανοίξουν οι νοικοκυρές και να τους δώσουν γλυκά, φρούτα ή ό,τι άλλο διαθέτει το κάθε νοικοκυριό για την περίσταση. Βέβαια, τα τελευταία χρόνια το ζητούμενο είναι τα χρήματα, όμως πολλά παιδιά ακόμη παραμένουν πιστά στο παλιό έθιμο.

Σε κάθε σπίτι λέγεται το τραγούδι που ταιριάζει. Έτσι υπάρχει ειδικό τραγούδι για τους γέρους, τους νιόπαντρους, τις νέες κοπέλες που βρίσκονται σε ηλικία γάμου, για τους ξενιτεμένους, τους κτηνοτρόφους κ.λ.π.
Ανήμερα των Θεοφανείων γίνεται μεγάλο ξεφάντωμα με τα λεγόμενα “Μπουμπουσιάρια”. Άντρες, γυναίκες και παιδιά κρύβονται κάτω από πρόχειρα ρούχα και καλύπτοντας το πρόσωπό τους με τούλινα υφάσματα μεταμφιέζονται. Έτσι μπορούν να διασκεδάσουν και να κάνουν οτιδήποτε θελήσουν χωρίς κοινωνικούς ενδοιασμούς και ενοχές, αφού εκείνη την ημέρα όλα επιτρέπονται. Επειδή η Δημοτική αρχή στην προσπάθειά της να διατηρηθεί το έθιμο βραβεύει τα καλύτερα καρναβάλια , οι διάφοροι όμιλοι παρουσιάζουν ποικίλα σκωπτικά θέματα. Κάθε παρέα διασκεδάζει με τη δική της ορχήστρα.

Τα τελευταία χρόνια το βράδυ της παραμονής των Θεοφανίων ξεφαντώνουν μεταμφιεσμένες σε όλα τα κέντρα διασκέδασης μόνον οι γυναίκες. 

Άλλα έθιμα


Το βράδυ της Αποκριάς οι άντρες επισκέπτονται τους γονείς, οι νύφες τα πεθερικά, τους κουμπάρους και τους άλλους συγγενείς, φιλώντας τους το χέρι, για να δείξουν σεβασμό και να ζητήσουν συγχώρεση, κατά το χριστιανικό έθιμο. Αργότερα όλα τα μέλη της οικογένειας συγκεντρώνονται γύρω από το τραπέζι και ο αρχηγός της οικογένειας κάνει το έθιμο του χάσκα. Κρεμάει δηλαδή σε έναν πλάστη ένα σκοινί, που στην απόληξή του έχει ένα βρασμένο αυγό. Το αυγό προσπαθεί κάθε μέλος της οικογένειας να το δαγκώσει, χωρίς να χρησιμοποιήσει τα χέρια του, προκαλώντας ο καθένας το γέλιο των άλλων.

ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟΣ (Του Παναϋρ στου Τσιαρούσινου)

Το Δεκαπενταύγουστο οι Σιατιστινοί δίνουν εξαιρετική σημασία στο γραφικότερο των εθίμων,στους παναϋριώτες ( καβαλάρηδες), με κέντρο το μοναστήρι της Παναγίας Μικροκάστρου, που απέχει από τη Σιάτιστα 8 χιλιόμετρα. Την ημέρα εκείνη μεγάλες παρέες με στολισμένα άλογα πηγαίνουν στο μοναστήρι, για να προσευχηθούν και να ασπαστούν τη θαυματουργή εικόνα της Παναγίας. Το μεσημέρι επιστρέφουν στην πόλη, όπου τους υποδέχονται οι αρχές όλοι οι Σιατιστινοί και πολλοί επισκέπτες. Ακολουθεί παρέλαση και στη συνέχεια χορός και γλέντι μέχρι το πρωί. Τον Αύγουστο γίνονται πολλές πολιτιστικές εκδηλώσεις τις οποίες παρακο-λουθούν και αρκετοί απόδημοι σιατιστινοί ,οι οποίοι έρχονται κάθε καλοκαίρι για μια αναβάπτιση στις «ρίζες ». Για το έθιμο αυτό του Δεκαπενταύγουστου πολλοί νέοι, εκτρέφουν και διατηρούν τα άλογα με πολύ μεράκι, και δημιούργησαν και τον Φιλιππικό Σύλλογο « ο Άγιος Μόδεστος » με διακόσια περίπου μέλη.

Έθιμα τηρούνται σε εκδηλώσεις, όπως στο γάμο, στη βάφτιση, στη θεμελίωση καινούριου σπιτιού, κατά την κατασκευή στέγης (μπαχτσίσια),και κατά την κατάταξη των νέων στο στρατό.

Σιάτιστα